Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2013

To  Kυριακάτικο  Μυθιστόρημα. Συνέχεια.

-Γιωργή!
-Καλώς την κυρά Ασημίνα! Τι τρέχει!πού τα πας όλα τούτα τα ζωντανά; Στο ποτάμι να τα μπανιαρίσεις;
-A!  καλέ μου,πάντοτε άκακος με την καλή σου διάθεση έτοιμος γι αστεία είσαι μα εγώ χλίβομαι,καλέ μου.
- Tι τρέχει,κυρά Ασημίνα,πού πας.
-Σε σένα έρχομαι και είμαι πολύ βιαστική. Θα σου πω τι τρέχει μα θέλω να το κρατήσεις μυστικό.Με πήρε  η αγγόνα μου η Σημέτα τηλέφωνο  από την Αμερική.
-Ε! και δε χάρηκες;
-Xάρηκα,πώς δε χάρηκα,χάρηκα,πολύ χάρηκα μα η χαρά μου δεν κράτησε πολύ.Έκλαιγε το κοριτσάκι μου στο τηλέφωνο με αναφιλητά και το μόνο που έλεγε ήταν η λέξη Γιαγιά,Γιαγιά,μου σπάραζε την καρδιά. Τι έχεις κοριτσάκι μου ρωτούσα και δεν έπαιρνα απάντηση  Έκλαιγε συνέχεια και δεν έβγαζε μιλιά.Για τούτο ξεκίνησα να πάω στην Αμερική το κοριτσάκι μου με χρειάζεται.Πέρασε πολύς καιρός που ο πατέρας του αρραβωνιαστικού της του Μπιλ βάλθηκε να τους χαλάσει την ευτυχισμένη τους ζωή.
-Ποιός είναι κυρά Ασημίνα ο πατέρας του Μπιλ.
-Είναι ένας τσιγκούναρος γέρος που λες και έχει πάνω του   όλη την  κακία της Αμερικής. Θέλει να χαλάσει την σχέση της με τον γιο του και να τον παντρέψει με ένα νιάνιαρο,όταν αυτό μεγαλώσει,την κόρη του συνεταίρου του στην επιχείρηση που κρατούν  στο εργοστάσιο που έχουν.
- Τι επιχείρηση έχουν; Tι προϊόντα παράγουν;
-Mήγαρις ξέρω; Δεν ξέρω.Το μόνο που ξέρω είναι  ότι είναι επιχειρηματίας και τον τελευταίο καιρό έβαλε στο μάτι την αγγόνα μου.Γι αυτό σου φέρνω,Γιωργή,τούτα τα ζωντανά μου να τα κρατήσεις όσες ημέρες εγώ θα λείψω για να μη μου πάθουν κι αυτά τίποτα κακό.
-Καλά κυρά Ασημίνα μου μείνε ήσυχη θα το πω στην κυρά μου κι αυτή έχει τον τρόπο της να τα κουμαντάρει.
-Για να μη σε βάζω σε έξοδα Γιωργή μου έχω εδώ σε αυτά τα σακιά την τροφή τους.
-Κυρά Ασημίνα μου το πήρες απόφαση να ταξιδέψεις στην Αμερική;
Nαι! γιε μου θα ταξιδέψω μέχρι εκεί γιατί το κοριτσάκι μου με έχει ανάγκη. Μόνο θα σε παρακαλέσω να μη βγάλεις μιλιά.Να μην πεις τίποτε σε κανένα .Ο γιος μου δε θέλω να μάθει τίποτε να μην ανησυχήσει το παληκάρι μου.Να μην ξεσηκωθεί  και παρατήσει τις δουλειές του και τους ανθρώπους που τον χρειάζονται.
-Καλά κυρά Ασημίνα μου εγώ με ξέρεις είμαι  τάφος.
-Το ξέρω παληκάρι μου πως είσαι εχέμυθος γι αυτό ήρθα σε σένα γιατί αν πήγαινα στον Πρόεδρο ούλος ο κόσμος  ήθελε να το μάθει.
-Και πότε αναχωρείς;
-Aπόψε με το τελευταίο υπεραστικό λεωφορείο. Το βράδυ θα φτάσω στην πρωτεύουσα και κατευθείαν στο αεροδρόμιο. Το αεροπλάνο πετάει πριν να ξημερώσει.
-Έχεις ετοιμάσει τα πράγματα σου που θα κρατάς;
- Όλα είναι έτοιμα.Μία βαλίτσα μόνο με τα ρούχα μου θα πάρω και τίποτις άλλο.
- Τόσο εύκολα γίνεται αυτό το ταξίδι;Δε χρειάζεται βίζα;
-Μα δεν πάω καλέ μου μετανάστης.Σαν περιηγητής,σαν επισκέπτης πηγαίνω μόνο για μερικές ημέρες.Να δω τι συμβαίνει με την αγγόνα μου και με αυτόν τον κακό,τον κάκιστο άνθρωπο που την παιδεύει και που σε λίγο καιρό θα γίνει πεθερός της,αν προλάβει να γίνει γιατί θα του σπάσω τα μούτρα και θα  τον στείλλω στο νοσοκομείο με το amboulanc.
Tι είναι το ambulanc κυρά Ασημίνα μου,τίποτις αυγό;
- Α! καλά που μου το θύμισες βρε Γιωργή  να βράσω μερικά αυγουλάκια να τα κρατώ. Όχι δεν είναι αυγό,νοσοκομειακό είναι.
-  Ε! σιγά καλέ κυρά Ασημίνα μου πώς κάνεις έτσι εσύ ένας ήρεμος άνθρωπος. Δε σου φαίνεται πως υπερβάλλεις;
-Kαθόλου παληκάρι μου δεν υπερβάλλω.Αν άκουγες τη Σημέτα μου πώς έκλαιγε στο τηλέφωνο δε θα την έλεγες αυτή την κουβέντα. Φεύγω τώρα.Σε χαιρετώ και σε παρακαλώ να μην πεις κουβέντα.Να μη μάθει τίποτε ο γιος μου.
-Στο καλό κυρά Ασημίνα μου. Καλό ταξίδι να έχεις και με το καλό να μας ξαναέρθεις.Και μη φοβάσαι δε θα μάθει κανένας το μυστικό σου. Αν σε ζητούν και δε σε βρίσκουν θα λέω  πως είσαι στο γιο σου στην Γερμανία.

Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013

Το  Κυριακάτικο  Μυθιστόρημα. Συνέχεια.

Ο Γκέρμπυ ήταν έτοιμος από τις 7 η ώρα. Φορούσε τα παρδαλά ρούχα του,το κίτρινο πουκάμισο με τους φοίνικες και την όμοια γραβάτα.Είχε ζώσει το πράσινο πανταλόνι του με μία δερρμάτινη ζώνη,που η πόρπη της ήταν ένα πελώριο αστέρι γεμάτο πολύχρωμους ημιπολύτιμους λίθους. Οι πράσινες κάλτσες του ταίριαζαν με τα κοκκινωπά παπούτσια του. Τα ξανθά μαλλιά του ήταν νωπά από την μπριγιαντίνη και το πρόσωπο του επιμελώς μακιγιαρισμένο.Καθόταν στο γραφείο του.Στο χέρι του κρατούσε ένα στυλό που τον στριφογύριζε νευρικά,όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η διευθύντρια της σχολής.
-Γκέρμπυ,έλα αμέσως στο γραφείο μου.
-Λίντα,αγάπη μου,δε μπορώ αυτή τη στιγμή,έχω αρκετή δουλειά.
-Άφισε ό,τι δουλειά έχεις και έλα αμέσως.
-Δε μπορώ,αγάπη μου. Εδώ στο γραφείο μου βρίσκονται οι γονείς μίας κοπέλας,οι οποίοι θέλουν το επόμενο έτος να εγγράψουν την κόρη τους στην σχολή μας.Δεν μπορώ να τους αφίσω θέλουν οι άνθρωποι να κατατοπιστούν
-Είσαι ευπρεπώς ντυμένος?
-Ναι,μην ανησυχείς,αγάπη μου. 
-Γκέρμπυ μέχρι ποιά ώρα θα βρίσκεσαι στο γραφείο σου?
-Μέχρι τις 10 η ώρα. OK αν σε προλάβω θα είμαι εκεί.
Ο Γκέρμπυ έκλεισε το τηλέφωνο .Η σκέψη του ήταν στην Σου,πρέπει να έλθει αυτή τη φορά σκέφτηκε .
Ο Γκέρμπυ σηκώθηκε και έδωσε χαμογελαστός το χέρι του στη Σου που μόλις είχε μπει στο γραφείο του.Η  Σου του έδωσε το δικό της χέρι.Σε δευτερόλεπτα το χέρι της έσφιγγε το δικό του σαν τανάλια.Με μία εκτίναξη το χέρι της Σου κάνει χειρολαβή,γυρίζει το χέρι του στην πλάτη και ολόκληρο το σώμα του προς τον τοίχο.
-Βρωμερό,πληρωμένο σκουλίκι,του είπε.
Ο Γκέρμπυ προσπάθησε να απαγκιστρωθεί από το δυνατό σφίξιμο του χεριού της.Εκτίναξε το κορμί του και γύρισε μπροστά.Κατάφερε να ελευθερώσει το χέρι του.Η Σου ετοιμαζόταν να του καταφέρει ένα δυνατό χαστούκι.Ο Γκέρμπυ έστρεψε το κορμί του προς τα δεξιά,η Σου τον αρπάζει από τα μαλλιά και.... μένει στα χέρια της η ξανθιά περούκα με τη λεπτή  ελαστική μάσκα.
Κάτω από την μάσκα, την περούκα και τα φτιασιδώματα,εμφανίστηκε ένας μεσήλικας,καλοκάγαθος,γοητευτικός άνδρας.
-Ω! με συγχωρείτε,είπε έκπληκτη.Μα! ποιός είστε?
Άπλωσε το χέρι του.
- Κουρτ Μακ Κόλινς,αδελφός του Άντριου Μακ Κόλινς,του πενθερού σας.
-Είστε αδελφός του πατέρα του Μπιλ?
- Ω! Ετοιμάζατε σκευωρία εναντίον μου?
- Όχι,όχι εγώ, ούτε η Λίντα Εμείς θέλαμε να σε βοηθήσουμε.
-Μα τι συμβαίνει? Ώστε σκευωρία ε?.Ο mr. Άντριου για να διαλύσει τη σχέση μου με τον Μπιλ.
-Ναι!  είχα παρευρεθεί σε κάποιους καυγάδες του Μπιλ με τον πατέρα του στο σπίτι.Κάποια στιγμή φοβήθηκα,ο Μπιλ έδειξε να υποχωρεί.Έτρεξα και το είπα στη Λίντα.Δική της ιδέα ήταν να γράψω στον τηλεφωνητή όλα αυτά τα λόγια,να σε καλέσω σε γεύμα για να ζηλέψει ο Μπιλ. Η αλήθεια είναι ότι πληρώθηκα αδρά από τον αδελφό μου για να χαλάσω τη σχέση σας.Όμως όχι,όχι,εγώ δεν ήθελα να διαλυθή ο δεσμός σας.Ηταν προς το συμφέρον μου  να σε παντρευτεί ο Μπιλ,γιατί ίσως να σε υποχρέωνε να μείνεις στο σπίτι και όταν θα κάνατε και παιδάκια το modeling και οι εμφανίσεις σου στη σχολή θα περιοριζόταν ή και θα τελείωναν οριστικά.Έτσι κι εγώ δεν θα έχανα τη δουλειά μου.



To  Kυριακάτικο  Μυθιστόρημα

Η  Σημέτα επέστρεψε στο σπίτι αργά το βράδυ,μετά από μία πολύ κουραστική ημέρα στη σχολή. Άνοιξε την πόρτα με τα κλειδιά της,άφισε την τσάντα της στην εταζέρα στο χωλ και φώναξε τον Bill. Δεν πήρε καμία απάντηση. Πήγε στο γραφείο της να πάρει τα μηνύματα  από τον τηλεφωνητή και βρήκε το σημείωμα του Bill που έλεγε ότι βρίσκεται στο σπίτι των γονιών του και ότι θα επιστρέψει σε μία ώρα.Μιλήσαμε στο τηλέφωνο, έλεγε. Καυγαδίσαμε με τον πατέρα, ως συνήθως, για την γνωστή διαφορά μας.Δέκα λεπτά μετά το τέλος της συνομιλίας μας με πήρε τηλέφωνο η μητέρα μου και με κάλεσε στο σπίτι,γιατί ο πατέρας δεν αισθανόταν καλά.
Μην ανησυχείς, είπα στην μητέρα μου, δεν είναι τίποτα σοβαρό,σε λίγο θα είμαι κοντά σου.
Άφισε το σημείωμα η Σημέτα με βουρκωμένα μάτια και πήγε στον τηλεφωνητή να πάρει τα μηνύματα των φίλων της.Πάτησε το κουμπί και το έκλεισε οργισμένη. Όλη η ταινία ήταν γεμάτη  με τη φράση "Coming with me for a dinner". Γνώριζε ποιός ήταν .Αυτός ο παρανοϊκός γραμματέας της σχολής της,ο φίφτυ-φίφτυ,όπως τον έλεγε.Δεν της γέμιζε το μάτι για άνδρας.Οι κινήσεις του και το ντύσιμο του την έκαναν να πιστεύει το αντίθετο. Ώσπου μία ημέρα που ζητούσε απεγνωσμένα στο γραφείο τη θεία της  να μιλήσουν για τον επερχόμενο γάμο της,ήθελε να πει στη θεία της πόσο αναγκαίο ήταν να επισπεύσουν τον γάμο,γιατί οι γονείς του Mπίλ και κυρίως ο πατέρας του,τον πίεζε φορτικά για την διάλυση του δεσμού τους. Ο Μπιλ δεν είχε κρύψει από τo κορίτσι του τα αρνητικά  αισθήματα του πατέρα του προς αυτήν.Δεν έτρεφε καθόλου συμπάθεια προς την μέλλουσα νύμφη του και με διάφορες δικαιολογίες προσπαθούσε να πείσει και τον γιο του.
Συνεχώς διέβαλε τους γονείς της και έλεγε στον Bill. Πες μου,παιδί μου,τι οικογένεια θα κάνεις με αυτή την κοπέλα που οι γονείς της προέρχονται από δύο αντίπαλες χώρες.Ένας Έλληνας παντρεύτηκε μία Γερμανίδα.Δύο άνθρωποι από εχθρικές χώρες γέννησαν αυτό το κορίτσι.
Ο Μπιλ μάταια  προσπαθούσε να πείσει τον πατέρα του ότι οι γονείς της Σημέτας γνωρίστηκαν πριν τον πόλεμο.
-Ναι! έλεγε, αλλά προυπήρχε ο Α' παγκόσμιος.
- Ε! τότε dady,έλεγε  ας πάμε και στον Πελοποννησιακό που η Ελλάδα είχε χωριστεί σε δύο στρατόπεδα, οι Αθηναίοι και οι φίλοι τους δεν επιτρεπόταν να παντρευτούν πελοποννήσιες γυναίκες ούτε και από τους συμμάχους των.
Ο Μπιλ γνώριζε αρκετά την Ελληνική ιστορία και ιδιαίτερα την Αρχαία Ελληνική που αγαπούσε τόσο και η Σημέτα,το κορίτσι του,η μεγάλη του αγάπη.
Ο πατέρας του ήταν ένας πλούσιος επιχειρηματίας και είχε την απαίτηση ο γιος του,ο Μπιλ να περιμένει την δεκάχρονη κόρη του συνεταίρου του για να την παντρευτεί. Ο Bill προσπαθούσε να αλλάξει γνώμη ο πατέρας του και να έλθει στην πραγματικότητα,έλεγε ότι αυτό που ήθελε ήταν τελείως παρανοϊκό. Να περιμένει να γίνει είκοσι  αυτό το στρουμπουλό κοριτσάκι που όλο έτρωγε τσιπς,χάμπουργκερς,έπινε κόκα κόλα και μασούσε ροζ τσίχλες, σαν λάστιχο, που οι φούσκες τους έσκαγαν με θόρυβο πάνω στο στόμα της που ήταν ολοκόκκινο από το τρίψιμο στην προσπάθεια της να ξεκολλήσει  την τσίχλα από το πρόσωπο της.
-Θα αδυνατίσει,έλεγε ο πατέρας του.Στα είκοσι της θα είναι ένα όμορφο κορίτσι.
-Όχι! πατέρα,στα είκοσι της θα είναι ακόμη πιο χοντρή,γιατί δεν θα πάψει να έχει την κακή συνήθεια να γεύεται λιχουδιές συνεχώς για να τέρψει τον ουρανίσκο της.Είναι πολύ κακή συνήθεια η πολυφαγία όταν αυτή προέρχεται κυρίως από snacks έλεγε στον πατέρα του,ο οποίος δεν ήθελε να καταλάβει.Ο Μπιλ έλεγε στη Σημέτα.
-Βέβαια,την μάνα μου την παντρεύτηκε για να κληρονομήσει το εργοστάσιο από τον παππού μου.
-Μη μιλάς για τον πατέρα σου έτσι έλεγε με αγάπη η Σημέτα στον αγαπημένο της.
Ο Μπιλ  είχε ερωτευτεί κεραυνοβόλα την Σημέτα,την ξαδέλφη του φίλου του.Αυτή την υψηλή,μελαχροινή καλλονή με τα μπλε μάτια και τα καλλίγραμμα πόδια και δεν ήταν ικανός κανένας να την πάρει από τη ζωή του και να τη βγάλλει από τη σκέψη του,ούτε ο ίδιος ο πατέρας του.
Αυτό που απεφάσισαν οι δύο τους να κάνουν ήταν να επισπεύσουν τον γάμο τους.
Εκείνη την ημέρα η Σημέτα έψαχνε απεγνωσμένα τη θεία της για να της ανακοινώσει ότι ήταν ανάγκη να γίνει ο γάμος με τον αγαπημένο της σύντομα γιατί τα πράγματα,από μέρους του πατέρα του Μπιλ είχαν οξυνθεί.Πλησιάζοντας στο γραφείο της θείας της είδε από την μισάνοιχτη πόρτα την θεία της με τον γραμματέα να κάθεται στα γόνατα του και να είναι  ιδιαίτερα διαχυτικός μαζί της. Απομακρύνθηκε γρήγορα αλλά άκουσε την πόρτα να κλείνει πίσω της.Ανήσυχη προχώρησε στον διάδρομο μπήκε στην αίθουσα όπου τα  άλλα παιδιά με τη δασκάλα του μοντέρνου χορού την  περίμεναν για να αρχίσουν τοο μάθημα.
Μία εβδομάδα αργότερα ο γραμματέας με την δικαιλογία ότι ήταν η αρχηγός της τάξης της, άρχισε να την καλεί συνεχώς στο γραφείο του για να της αναθέσει δήθεν διάφορες εντολές σχετικές με την οργάνωση επιδείξεων και εντολές που θα έδιδε στα παιδιά,ώσπου άρχισε να της ζητά να συναντηθούν έξω. Η Σημέτα έβρισκε διάφορες δικαιολογίες,ώσπου αυτός άρχισε να γεμίζει τον τηλεφωνητή  με προσκλήσεις για δείπνο και άλλες τρυφερές προτάσεις.
Η  Σημέτα γνώριζε πως ο Γκέρμπυ,ο γραμματέας της σχολής modeling της θείας της,  δεν απαντούσε ποτέ στο τηλέφωνο και ούτε μιλούσε  στον τηλεφωνητή.Ένα  μικρό ρομπότ,που είχε επινοήσει ο ίδιος,έκανε αυτή τη δουλειά. Έκλεισε οργισμένη τον τηλεφωνητή. Σε λίγο άκουσε το αυτοκίνητο του Μπιλ να φρενάρει απέξω.Ο Μπιλ  βιαστικά μπήκε στο σπίτι.Η Σημέτα βγήκε από το γραφείο της να τον προϋπαντήσει κι έπεσε με κλάματα στην αγκαλιά του.Με χιλιάδες τρυφερά λόγια προσπάθησε  να καθησυχάσει την Σημέτα και μετά την πήρε να βγουν για φαγητό. Πόσο πολύ αγαπούσε τη Σημέτα,αυτό το κορίτσι που είχε μαζί του ατελείωτες συζητήσεις.Μιλούσαν για την Αμερική,για την Γερμανία,για την Ελλάδα.Μιλούσαν για ιστορία,για λογοτεχνία,για μουσική ώρες ατελείωτες και δεν είχε ποτέ το φαγητό στο μυαλό του. Τις ελεύθερες ώρες τους συζητούσαν για την αγάπη τους και έκαναν σχέδια για το μέλλον.
 Ο Γκέρμπυ περίμενε με μεγάλη ανυπομονησία τη Σου.Αυτή τη φορά ήταν σίγουρος ότι θα αποδεχόταν την πρόσκληση που της έκανε με το μήνυμα που της άφισε στον τηλεφωνητή της.
Αυτή τη φορά δεν έβαλε το μικρό ρομπότ, που είχε στο σπίτι και που είχε επινοήσει ο ίδιος,ο μικρός Μπι,όπως τον έλεγε,να μιλήσει στον τηλεφωνητή.Μίλησε ο ίδιος με ευγενικά και τρυφερά λόγια έλεγε.
-Αγαπητή Σου.Ξέρεις πόσο σε συμπαθώ και πόσο σε θαυμάζω όχι γιατί είσαι η ανηψιά της διευθύντριας μου,στη σχολή της όπου είμαι ο γραμματέας ,αλλά σε θαυμάζω  για την ξεχωριστή  ευγενική και όμορφη παρουσία σου,είσαι ένα κόσμημα για τη σχολή μας.Αυτό το λένε όλοι και σου το επιβεβαιώνω κι εγώ.Θέλω να σε συναντήσω για άλλη μία φορά Θέλω να μιλήσουμε εμείς οι δύο. Έχουμε τόσα πολλά να πούμε γλυκειά Σου. Σε περιμένω στο γραφείο μου στις 8 μετά το απογευματινό μάθημα. Δικός σου Γκέρμπυ.
Η Σου άκουσε το μήνυμα στον τηλεφωνητή και οργίστηκε τόσο πολύ που το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι της,έγινε ολοκόκκινη από την ταραχή. Όλο το βράδυ ο ύπνος της ήταν ανήσυχος. Προετοιμαζόταν γιατί πήρε την απόφαση να συναντήσει τον Γκέρμπυ στο γραφείο του.

Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013

Το  Ποίημα  του  Σαββατόβραδου

Στο μουράγιο της καρδιάς
τρέξε να βρεις παρηγοριά,
δέσε την ψαροπούλα σου
μέσα στην καρδούλα σου.
Βάλε πρίμα τα πανιά,κίνησε
γι άλλα λιμάνια,με μία άλλη
αρμάδα και μη μένεις στα παλιά
η ζωή θέλει αντρειά και δύναμη
μεγάλη,κι από δω πάνε κι άλλοι.
Από εδώ ξεκίνα και μη φοβάσαι.

Πρίμα.( ευνοϊκός άνεμος)


Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2013

Αγαπημένοι μου αναγνώστες μαθητές και μαθήτριες όλων των ηλικιών.
Ξεκινάμε σήμερα  να τακτοποιήσουμε  τις εκκρεμότητες  στην Λατινική Γραμματική. Να ασχοληθούμε με την Αρίθμηση και να προσθέσουμε ότι τα σύμβολα των Λατινικών  αριθμών είναι 7 και είναι διαφορετικά.
Το Ι=1, το V = 5, το X=10, το L=50, το C=100, το D=500, το Μ=1000
 Το ΙΙ=2, το ΙΙΙ=3,το VII=7,το ΧΧΧ=30, το LXX=70, το CM=900.
Να μιλήσουμε για τον κανόνα,ο οποίος λέει ότι τα σύμβολα δεν επαναλανβάνονται πάνω από τρεις φορές στη σειρά. Το ΙΙΙ επιτρέπεται.Το ΙΙΙΙ δεν επιτρέπεται,αν και πολλές φορές  οι αρχαίοι τεχνίτες στις αρχαίες επιγραφές δεν τηρούν τον κανόνα.
Ένας άλλος κανόνας λέει ότι μόνο  ένα μικρότερης τιμής  αριθμητικό σύμβολο  μπορεί  να μπει μπροστά  από σύμβολο μεγαλύτερης τιμής.Το IV =4 επιτρέπεται.Δεν επιτρέπεται το MV.
;Aλλος ένας κανόνας λέει ότι τα σύμβολα V, L,D δεν αφαιρούνται ποτέ.
Η Προσθετική Αρχή παράγει μεγάλους αριθμούς  και ως εκ τούτου χρειάζεται πολλά σύμβολα.
Μία σειρά από αρχαίους  Ρωμαϊκούς  αριθμούς,οι οποίοι σχηματίζουν έναν μεγάλο αριθμό.
MMM.DCCLXXIX. Τρεις χιλιάδες και  πεντακόσια  και διακόσια  και πενήντα και δύο δεκάδες  και μία δεκάδα έξω ένα =3.779
 Καλό διάβασμα.
ΚΑΛΟ  ΜΗΝΑ  ΣΕ  ΟΛΟΥΣ
ΧΡΟΝΙΑ  ΠΟΛΛΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΠΟΥ ΕΟΡΤΑΖΟΥΝ ΤΟ ΝΟΕΜΒΡΙΟ
ΝΑ ΤΑ ΕΚΑΤΟΣΤΙΣΟΥΝ ΟΣΟΙ ΕΧΟΥΝ ΤΑ ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΤΟΥΣ ΤΟ ΝΟΕΜΒΡΙΟ